Με πρόσχημα τη μείωση των εκπομπών CO2 (διοξειδίου του άνθρακα) και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, σχεδιάζεται η δέσμευση και αποθήκευση βιομηχανικών εκπομπών CO2 στον πυθμένα της θαλάσσιας περιοχής της Θάσου και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις εξόρυξης υδρογονανθράκων του Πρίνου.
Η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα είναι μια τεχνολογία 50 ετών με αμφισβητήσιμα αποτελέσματα. Παρουσιάζεται ως λύση στην κλιματική κρίση τα τελευταία χρόνια, με τις ποικίλες εφαρμογές της να προτείνονται για την απανθρακοποίηση των εγκαταστάσεων ορυκτών καυσίμων, τσιμεντοβιομηχανιών, εργοστασίων καύσης απορριμμάτων και άλλων τομέων που ισχυρίζονται ότι έχουν δυσκολίες μείωσης των εκπομπών τους.
Παρουσιάζεται ως πανάκεια για την αποφυγή των καταστροφικών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής δίνοντας παράταση της ζωής των ορυκτών καυσίμων και επιχειρώντας ταυτόχρονο το πράσινο ξέπλυμά τους.
Το παγιδευμένο υπόγειο CO2 χρειάζεται παρακολούθηση για αιώνες για να διασφαλιστεί ότι δεν θα επιστρέψει στην ατμόσφαιρα. Οι διαρροές και οι ανεξέλεγκτες εκπομπές μακροπρόθεσμα αποτελούν σοβαρούς κινδύνους. Κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί τεχνικά ότι το αποθηκευμένο CO2 θα παραμείνει υπόγειο και δεν θα διαρρεύσει στην ατμόσφαιρα.
Σε παγκόσμια κλίμακα, τα περισσότερα παραδείγματα έχουν αποτύχει στη διατήρηση αερίων υπόγεια. Το καλύτερο παράδειγμα είναι η διαρροή αερίου στην Καλιφόρνια Aliso Canyon το 2015, η χειρότερη ανθρωπογενής καταστροφή με αέρια θερμοκηπίου στην ιστορία των ΗΠΑ, όταν διέρρευσαν στην ατμόσφαιρα 97.000 τόνοι μεθανίου. Το άλλο είναι το έργο In Salah στην Αλγερία με συνολικό κόστος 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τέτοιων καταστροφών για οποιοδήποτε έργο δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα. Η ειδική έκθεση δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα της IPCC (Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή των Ηνωμένων Εθνών) αναφέρει ότι η αποθήκευση CO2 δεν είναι απαραίτητα μόνιμη. Η φυσική διαρροή από τις δεξαμενές αποθήκευσης είναι δυνατή μέσω σταδιακής και μακροπρόθεσμης απελευθέρωσης ή ξαφνικής απελευθέρωσης CO2 που προκαλείται από κάποια διακοπή της δεξαμενής.
Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιείται είναι ότι η αποθήκευση CO2 είναι μια μεταβατική λύση για μερικές δεκαετίες μέχρι να ολοκληρωθεί η μετάβαση με παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ στο πλαίσιο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Κάθε άλλο. Για παράδειγμα, οι τσιμεντοβιομηχανίες καίνε αστικά στερεά απορρίμματα από επιλογή, διότι είναι δωρεάν πρώτη ύλη και έτσι επιτυγχάνουν μεγιστοποίηση των κερδών τους. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός για τα απορρίμματα είναι οι εγκαταστάσεις καύσης σκουπιδιών σε όλη την Ελλάδα. Αυτός δεν είναι καθόλου μεταβατικός σχεδιασμός. Είναι μια μόνιμη επιλογή.
Υποστηρίζεται ακόμη, ότι το CO2 υπάρχει παντού τριγύρω μας και άρα είναι ακίνδυνο. Αυτό ισχύει επειδή υπάρχει σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Με την αποθήκευσή του όμως, οι συγκεντρώσεις θα είναι τεράστιες και στην περίπτωση διαρροής οι συγκεντρώσεις θα είναι πολύ επικίνδυνες.
Οι εκπομπές CO2 που θα αποθηκεύονται στον Πρίνο δεν θα είναι μόνο από βιομηχανίες εγκατεστημένες στην Ελλάδα, αλλά από διάφορες χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Επιχειρείται λοιπόν να δημιουργηθεί μια χωματερή αέριων ρύπων στον πυθμένα του θαλάσσιου χώρου της Θάσου, όπου σε περίπτωση ατυχήματος διαρροής θα έχει άμεσες επιπτώσεις στο περιβάλλον (θάλασσα και αέρα) της περιοχής, στην οικονομία, στην υγεία και την ίδια τη ζωή των κατοίκων.
Η αποθήκευση στον Πρίνο θα έχει σε τελική φάση δυναμικότητα 3 εκατ. τόνων CO2, που θα μεταφέρεται με φορτηγά στην εγκατάσταση σε συμπιεσμένη μορφή και σε υγροποιημένη μορφή.
Τα 3 εκατ. τόνοι CO2 ετησίως που επιχειρείται να αποθηκευτούν στον Πρίνο, θα μπορούσαν να απορροφηθούν από ένα μικρό μέρος των καμένων δασών της Ελλάδας αν αυτά προστατεύονταν κατάλληλα ή ακόμα και σήμερα, αν αφεθούν τα δάση αυτά να αναπαραχθούν χωρίς οικοπεδοποίηση-ιδιωτικοποίηση και αν αυξηθούν δραστικά και ισόποσα οι φυτεύσεις δέντρων.
Η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης CO2 δεν αντιμετωπίζει την κλιματική κρίση. Αυτό που επιτυγχάνεται είναι η μέγιστη δυνατή παράταση χρήσης των ορυκτών καυσίμων για τη μεγιστοποίηση των κερδών των βιομηχανιών, ενώ ταυτόχρονα ανοίγεται ένα νέο πεδίο επιχειρηματικής εκμετάλλευσης της κλιματικής κρίσης για αποκόμιση νέων κερδών δια μέσου της εφαρμογής αυτής της πανάκριβης τεχνολογίας.
Πρόκειται για ένα ακόμα παράδειγμα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης ενός περιβαλλοντικού προβλήματος και σε αυτήν την περίπτωση, της κλιματικής κρίσης.
Κώστας Νικολάου
Διδάκτωρ Περιβαλλοντολόγος, τ. Επισκέπτης Καθηγητής ΑΠΘ