Ο Πέμπτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεκινήσει

Ο ανοιχτός ή λανθάνων πόλεμος που γίνεται όλο και πιο εμφανής, τα φασιστικά συναισθήματα και οι φασιστικές αναπαραστάσεις που εξαπλώνονται όλο και πιο βαθιά, η μοιρολατρία και η απόσυρση στις ταυτότητες που κρύβουν όλο και λιγότερο την αδυναμία: οι καιροί είναι δύσκολοι. Ο Bernard Aspe προτείνει εδώ μια σύνθεση της τρέχουσας κατάστασης των δυνάμεων, όχι για να σχολιάσει την εν εξελίξει ήττα, αλλά για να προσδιορίσει τη διαμόρφωση του πεδίου μάχης. Προϋπόθεση κάθε στρατηγικής είναι η ανάπτυξη μιας κοινής αντίληψης, η οποία να περιλαμβάνει όλες τις ιδιαιτερότητες και τις διαφωνίες που τη χαρακτηρίζουν.

« Αν την παρατηρούσαμε από τον Γαλαξία μας, η Γη, ερειπωμένη, καμένη, να περιστρέφεται, μαύρη και έρημη, μέσα στο σύμπαν, δεν θα μπορούσε να μας είναι πιο ξένη (…)

και όμως, η παιδική ηλικία που περάσαμε εκεί, είναι σχεδόν σαν να ήταν χθες. »

Sebald

  1. ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Το 1997, αυτός που τότε ονομαζόταν υποδιοικητής Μάρκος έγραψε το κείμενο «Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεκινήσει» [1]. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε λήξει λίγα χρόνια νωρίτερα, και αμέσως τον διαδέχθηκε ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος, με διακύβευμα, όπως και σήμερα, ο έλεγχος της παγκόσμιας οικονομίας. Το κείμενο του Μάρκος αποσκοπούσε στην περιγραφή της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, ως πόλεμος εναντίον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Από καθαρά στρατιωτική άποψη, το ιστορικό πλαίσιο ήταν επίσης ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου, το 1991, στιγμή κατά την οποία άρχισαν να αναφέρονται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως «αστυνομία του κόσμου». Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είχε διακοπεί με την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ· κατά τον τέταρτο, δεν υπήρχαν πλέον μεγάλα εχθρικά μπλοκ που να αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλλά υπήρχε πρωτίστως μια δύναμη που έπρεπε να αναλάβει να αποτελέσει, μόνη της, τον δομικό πυρήνα της παγκόσμιας τάξης. Τα κύρια μέσα της ήταν η στρατιωτική δύναμη, το νόμισμα, η πολιτιστική ηγεμονία και, με την πάροδο των δεκαετιών, η διείσδυση στις καθημερινές δραστηριότητες, «εντός» και «εκτός» εργασίας, ιδίως μέσω της ψηφιακής προόδου.

Η περιγραφή που πρότεινε ο Μάρκος φαίνεται πλέον να αντιστοιχεί σε μια εποχή που απομακρύνεται, φυσικά όχι επειδή ο νεοφιλελευθερισμός υπέκυψε στις επικρίσεις του, αλλά επειδή δεν είναι πλέον προσαρμοσμένος στην επιταχυνόμενη αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας. Οι μορφές των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εκείνες της κυβερνητικότητας και τα τεχνικά μέσα που τις συνοδεύουν παραμένουν, περισσότερο από ποτέ, άρρηκτα συνυφασμένα, αλλά οι ιδιαιτερότητες όπως διαμορφώθηκαν τώρα δεν συνοψίζονται στην ταυτόχρονη εντατικοποίηση των στοιχείων αυτής της σύζευξης. Υπάρχουν πολλά προσχέδια αυτής της διαμόρφωσης· θα αναφερθώ μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς για να καταλήξω σε αυτό που μου φαίνεται πιο αποφασιστικό: το σημείο όπου θα διαδραματιστεί η υποκειμενοποίηση του πολέμου ή του αντιπολέμου – δηλαδή της πολιτικής που ακόμη στερείται συγκεκριμένης συνοχής, αλλά η οποία, λογικά, θα πρέπει να διαμορφωθεί από εδώ και στο εξής.

Δεν διεκδικώ καμία πρωτοτυπία, καθώς ο στόχος εδώ είναι να γίνει μια σύνθεση (να έχουμε «μια συνοπτική εικόνα», όπως έλεγε ο Wittgenstein), της οποίας ίσως θα εκτιμήσουμε τη σημασία στην τελευταία ενότητα. Θα προσθέσω όμως ότι το γεγονός πως τόσοι πολλοί άνθρωποι προσπαθούν σήμερα να πουν περίπου το ίδιο πράγμα μου φαίνεται μάλλον θετικό. Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία εκτιμούσαμε χωρίς μέτρο την εξαιρετική μοναδικότητα της έκφρασης, αλλά κι αυτό οι εχθροί μας κατάφεραν να το μετατρέψουν σε παγίδα.

  1. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις νέες μορφές του πολέμου – δεν πρόκειται για πρόσφατη μόδα, ας πούμε ότι έχει αναζωπυρωθεί. Αλλά πρέπει πρώτα να υπενθυμίσουμε σε ποιο πλαίσιο διαμορφώνεται αυτή η καινοτομία. Ο παγκόσμιος πόλεμος δεν αναφέρεται τόσο σε ένα γεγονός ή μια σειρά γεγονότων, όσο σε ένα συνεχές κλίμα αβεβαιότητας, μια αδύνατη επιστροφή σε μια «αληθινή» ειρήνη, το οποίο εμφανίστηκε ως τέτοιο το 1914 και δεν έχει σταματήσει να επιβάλλεται εδώ και έναν αιώνα. Στο έργο του για τον «σύντομο εικοστό αιώνα», ο Eric Hobsbawm γράφει: «“Ειρήνη” σήμαινε “πριν από το 1914”: μετά από αυτό επήλθε κάτι που δεν μπορούσε πλέον να αξίζει αυτό το όνομα». Μετά το 1914, η ειρήνη δεν είναι πλέον δυνατή, επειδή η αντιπαλότητα μεταξύ των δυνάμεων στη διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας δεν μπορεί πλέον να σταματήσει, και επειδή αυτή η αντιπαλότητα είναι πάντα καταδικασμένη να παίρνει, κάποια στιγμή και για περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες περιόδους, τη μορφή του πολέμου. Πάντα σύμφωνα με τον Hobsbawm, «αυτός ο πόλεμος [του 1914], σε αντίθεση με τους προηγούμενους πολέμους, οι οποίοι διεξάγονταν με περιορισμένους και συγκεκριμένους στόχους, ξεκίνησε με βάση απεριόριστους στόχους. Στην εποχή της αυτοκρατορίας, η πολιτική και η οικονομία συγχωνεύτηκαν. Η διεθνής πολιτική αντιπαλότητα εφαρμόστηκε τότε σύμφωνα με το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης και του ανταγωνισμού που αυτή γεννά, αλλά το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς ότι δεν έχει όρια» [2]. Τα παιχνίδια συμμαχιών μεταξύ εθνών, η ραγδαία εξέλιξη των στρατιωτικών τεχνικών και των μέσων που χρησιμοποιούνται, οι μορφές κινητοποίησης των πληθυσμών: όλα αυτά παίρνουν μια νέα τροπή από τις αρχές του αιώνα και εντείνονται σημαντικά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [3]. Αλλά αυτό που διακυβεύεται τότε δεν είναι μόνο ο ολοένα και πιο καθοριστικός ρόλος που θα διαδραματίσει η τεχνολογική ανάπτυξη στον πόλεμο· είναι μάλλον η ολοκλήρωση της συγχώνευσης, όπως την περιέγραψε ο Hobsbawm, μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της εξάπλωσης ενός χώρου όπου η ειρήνη είναι αδύνατη.

Ο Mario Tronti διατυπώνει αυτό το σημείο με τον δικό του τρόπο: «Καταλάβαμε ποιος ήταν ο σκοπός των παγκοσμίων πολέμων: να επιφέρουν την οριστική παγκοσμιοποίηση της οικονομίας» [4]. Κι αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται σήμερα περισσότερο από ποτέ, παρά τις ιδεολογικές συζητήσεις για «το τέλος της παγκοσμιοποίησης» – η οποία συγχέεται με τις γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της νεοφιλελεύθερης περιόδου – και για «την επιστροφή της πολιτικής», η οποία συγχέεται με την άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας σημαίνει ακριβώς: την όξυνση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού και των καθαρά στρατιωτικών εκφράσεών του. Από αυτή την άποψη, ο σημερινός αγώνας για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των στρατιωτικών της προοπτικών για όλες τις χώρες που δεν θέλουν να «χάσουν το τρένο» δεν είναι παρά η απόλυτη μορφή της ενότητας της οικονομικο-στρατιωτικής ανάπτυξης, η οποία έχει επικυρωθεί εδώ και σχεδόν έναν αιώνα και εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται έκτοτε. Ο πέμπτος παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι, επομένως, τίποτα άλλο παρά μια νέα διαμόρφωση αυτού του ιστορικού συνεχούς – έτσι ώστε να μπορούμε εξίσου να μιλάμε για την πέμπτη μορφή ή την πέμπτη φάση του παγκοσμιοποιημένου οικονομικο-στρατιωτικού πολέμου.

  1. ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ

Πολλά χαρακτηριστικά αυτής της νέας μορφής παγκοσμιοποιημένου πολέμου είχαν ήδη διαμορφωθεί σαφώς κατά τη διάρκεια του προηγούμενου πολέμου. Όταν προσπαθούσαν να αντλήσουν διδάγματα από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, δύο συνταγματάρχες της κινεζικής πολεμικής αεροπορίας, συγγραφείς ενός μπεστ-σέλερ εκείνη την εποχή, επέμεναν ήδη στη «υβριδική» διάσταση του πολέμου. Αναφέρονταν στη διάκριση μεταξύ των «στρατιωτικών επιχειρήσεων εκτός πολέμου» και των «μη στρατιωτικών πολεμικών επιχειρήσεων»: από τη μία πλευρά, για παράδειγμα, η καταστολή των ταραχών ή των τρομοκρατικών ενεργειών· από την άλλη, η επέκταση της «αντίληψής μας για την κατάσταση πολέμου σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας» [5]. Από τη μία πλευρά, έλεγαν, τα κράτη να διαθέτουν ένα νομικό και αστυνομικό οπλοστάσιο που να επιτρέπει τον έλεγχο των πληθυσμών που ενδέχεται να αντισταθούν, και, από την άλλη, να υλοποιούν πολεμικές επιχειρήσεις μέσω, για παράδειγμα, χρηματοοικονομικών ελιγμών που επιτρέπουν την αποσταθεροποίηση με μία κίνηση πολλών χωρών της ίδιας γεωγραφικής ζώνης, όπως συνέβη στη Νοτιοανατολική Ασία το 1997.

Από αυτή την άποψη, ο πέμπτος πόλεμος δεν κάνει παρά να παρατείνει αυτά τα κεκτημένα. Όλοι έχουν καταλάβει ότι ο πόλεμος που έχει προαναγγελθεί μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας είναι στην πραγματικότητα ήδη εδώ, τόσο στην αύξηση των δασμών όσο και στην ανατροπή του Maduro στη Βενεζουέλα ή στον πόλεμο που έχει εμπλακεί στο Ιράν. Όμως, αν και η αντιπαλότητα μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων είναι πράγματι καθοριστική, δεν αποτελεί παρά τον κύριο άξονα ενός πολέμου με πολλαπλά μέτωπα και με συμμαχίες που ενδέχεται να ανατραπούν, του οποίου η πιο ριζοσπαστική μορφή μέχρι σήμερα είναι η γενοκτονία που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γάζα. Τέλειο παράδειγμα της πιο κλασικής αποικιακής λογικής στα παλαιστινιακά εδάφη, η ισραηλινή μανία κατάκτησης, η οποία θα μπορούσε σύντομα να επεκταθεί και στην Τουρκία, δεν περιορίζεται ούτε από ηθικές σκέψεις, ούτε από τη στρατηγική μέριμνα να αποφευχθεί υπερβολική αστάθεια: αντίθετα, η τελευταία επιτρέπει την ανακατανομή των συμμαχιών [6] και τα τολμηρά στοιχήματα, σε μια εποχή που γνωρίζουμε ότι χώρες ή ολόκληρες ζώνες της παγκόσμιας οικονομίας είναι καταδικασμένες να χάσουν οριστικά τη μάχη – αν όχι τη στρατιωτική μάχη καθαυτή, τουλάχιστον εκείνη που εξασφαλίζει μια προνομιακή θέση στο πλαίσιο της παγκόσμιας «ανάπτυξης».

Αυτό που ίσως φαίνεται πραγματικά καινούργιο στη σχέση μας με τον πόλεμο σήμερα είναι η αλλαγή στην αντίληψη της απόστασής του. Για τους κατοίκους της Ευρώπης, τουλάχιστον, η εποχή του πρώτου πολέμου του Κόλπου χαρακτηριζόταν από την παρουσίαση του πολέμου ως κάτι μακρινό. Τότε είχαμε σχολιάσει ειρωνικά τη σημασιολογική επινόηση των «χειρουργικών χτυπημάτων». Σε ένα πρόσφατο έργο της, η Déborah Brosteaux υπογράμμισε τη σημασία της αντιληπτικής κατασκευής της απόστασιοποίησης από τον πόλεμο στην τέχνη της διακυβέρνησης των περασμένων δεκαετιών: τότε επρόκειτο να μάθουμε να μην βλέπουμε, ή να γίνουμε αναίσθητοι – αλλά το να καταφέρουμε να γίνουμε αναίσθητοι, μας λέει, απαιτεί ακριβώς μια ολόκληρη διαδικασία εκμάθησης της ευαισθησίας· σημαίνει να καταφέρουμε να χτίσουμε ένα αδιαπέραστο τείχος ανάμεσα σε ό,τι αφορά την καθημερινότητά μας και σε όλα όσα αυτή η καθημερινότητα απαιτεί κατά τα άλλα· και όταν αυτό το τείχος παραβιαστεί, για παράδειγμα με τη μετάδοση μιας εικόνας ενός νεκρού παιδιού μετανάστη σε μια παραλία, σημαίνει να ξέρουμε να ξεχνάμε γρήγορα αυτό που μας συγκλόνισε· γενικά, σημαίνει να καθιστούμε αόρατο στα δικά μας μάτια αυτό που ωστόσο γνωρίζουμε – τη σχέση μεταξύ όσων έχω στη διάθεσή μου στην καθημερινότητά μου, για να «σερφάρω στο διαδίκτυο» για παράδειγμα, και όσων απαιτεί αυτό σε όρους πράξεων κυριαρχίας, μεταξύ άλλων στρατιωτικών [7].

Πρόσφατα, η αντίληψη φαίνεται να έχει αντιστραφεί: ο πόλεμος πλησιάζει, είναι αναπόφευκτο να φτάσει μέχρι εδώ. Τουλάχιστον, από την πλευρά των κυβερνώντων, καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί αυτή η νέα «προφανής αλήθεια», η οποία πρέπει να φαίνεται εξίσου αναπόφευκτη με ό,τι ήταν η αντίθετη προφανής αλήθεια για περισσότερα από εξήντα χρόνια. Ο πόλεμος στην Ουκρανία υπήρξε καθοριστικός σε αυτή τη μεταβολή της αντίληψης, και η σημασία του ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο λόγω της αποτυχίας που φαίνεται να τον χαρακτήρισε: αυτό που είχε θεωρηθεί ως ένας πόλεμος-αστραπή μετατράπηκε σε μια ατέρμονη εμπλοκή – και το ίδιο συμβαίνει και για τις ΗΠΑ στο Ιράν. Αλλά αυτή η αποτυχία είναι αμφίσημη, τουλάχιστον στην περίπτωση της Ρωσίας, καθώς είναι επίσης αυτό που επιτρέπει τη μόνιμη εγκατάσταση μιας ενεργούς δύναμης επέμβασης σε μια περιοχή όπου απουσίαζε καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και τη διατήρηση μιας νέας απειλής εκεί. Και από την πλευρά των ευρωπαϊκών κρατών, αυτή η απειλή μπορεί να νομιμοποιεί καθημερινά τις ολοένα και πιο επιτακτικές εκκλήσεις για επιστράτευση.

Μια τέτοια επίδειξη έγινε στη Γαλλία φέτος με τη στρατιωτική άσκηση «Orion», ένα πείραμα σε πραγματικές συνθήκες πολέμου με αντίπαλο ένα στρατό που υποδύεται τον ρωσικό [8]. Πέρα από τη στρατιωτική άσκηση, οι στρατηγοί του στρατού τονίζουν πόσο κρίσιμη είναι, για τους μελλοντικούς πολέμους, η κινητοποίηση των «πολιτών». Ας ακούσουμε τι μας λέει σχετικά με αυτό ο ναύαρχος  Pierre Vandier: «Σήμερα, η σύγκρουση ξεπερνά κατά πολύ το στρατιωτικό πεδίο. Στοχεύει στα συστήματα. Διεξάγεται εν μέρει εντός των συνόρων μας. Δεν υπάρχoυν πλέον μετόπισθεν. Η βιομηχανία, η ενέργεια, τα δεδομένα, η κοινωνική συνοχή αποτελούν ταυτόχρονα παράγοντες ισχύος και τους πρώτους στόχους. Η συνέχεια ολόκληρης της κοινωνίας έχει καταστεί κεντρική διάσταση: πρόκειται για μια κρίσιμη αλλαγή σε σχέση με τους εκστρατευτικούς πολέμους που διεξήγαμε από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι οποίοι διεξάγονταν μακριά από τα μάτια και τις καρδιές των πολιτών.» Και αυτή η συνέχεια πρέπει επίσης να νοηθεί και από χρονική άποψη: «Στην ψηφιακή εποχή, κανείς δεν παραδίδει ένα σύστημα με διάρκεια ζωής δεκαπέντε ετών. Κατασκευάζουμε, παρατηρούμε, προσαρμόζουμε, διορθώνουμε, βελτιώνουμε συνεχώς. Το σύστημα διοίκησης και ελέγχου του Ουκρανού στρατιώτη είναι το κινητό του τηλέφωνο. Το οποίο ενημερώνεται καθημερινά». [9] Από τη σκοπιά του γαλλικού στρατού, ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος είχε πράγματι κρατήσει τους πολέμους μακριά. Πλέον, πρέπει να συνηθίσουμε την ιδέα ότι ο πόλεμος, ακόμη και στην κλασική στρατιωτική του μορφή, είναι ήδη εδώ ή ότι η έλευση του είναι επικείμενη· ότι είμαστε στρατολογημένοι/μένες εκεί όπου βρισκόμαστε, όπου κι αν βρισκόμαστε· και ότι πρέπει να ανταποκριθούμε σε αυτό το κάλεσμα ακολουθώντας τις ενημερώσεις που θα μας επιτρέψουν να μην χάσουμε ποτέ από τα μάτια μας τις συνεχώς ανανεούμενες οδηγίες των ηγετών μας.

Ο σκοπός της επίκλησης της επικείμενης έκρηξης του πολέμου είναι να δημιουργηθεί ένα συμπαγές μπλοκ κοινωνικής ενότητας και να καταστεί μη αναστρέψιμη η κινητοποίηση υπέρ του κεφαλαίου. Ο καιρός της αμφιβολίας, για να μην πούμε της σκέψης ή της κριτικής, έχει περάσει· το μόνο που μένει είναι να ακολουθήσουμε τον ρυθμό που επιβάλλει η παγκόσμια κατάσταση και να προσαρμοστούμε σε αυτόν – αυτή είναι η προϋπόθεση για να ανήκουμε σε όσους θα επιβιώσουν. Αυτός είναι, πάντως, ο μύθος που μας πουλάνε, ένας μύθος που δεν είναι απλώς ρητορικός, αλλά κατασκευάζεται ενεργά καθημερινά, μέσα από την ίδια την καθημερινότητα. Αν αποδεχτούμε αυτόν τον μύθο, αποδεχόμαστε να στρατολογηθούμε για να εργαστούμε προς την υποσχόμενη καταστροφή, ώστε να είμαστε εξίσου υπεύθυνοι για αυτήν με τους πραγματικούς εχθρούς μας, οι οποίοι φυσικά δεν είναι εκείνοι που προοριζόμαστε να πολεμήσουμε («οι Ρώσοι» ή «οι Κινέζοι»). Διότι ο πόλεμος στον οποίο θέλουν να μας στρατολογήσουν δεν είναι δικός μας: σε αυτό το σημείο, τουλάχιστον, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τους πολέμους που ακολούθησαν.

Σε μια εποχή όπου η αμοιβαία επιτήρηση μέσω των κοινωνικών δικτύων υποκαθιστά την κριτική σκέψη, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η θέση που υπερασπίζομαι εδώ, όπως και πολλοί άλλοι, δεν είναι «του στρατοπέδου μου». Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο πόλεμος είναι πραγματικός: επιστρέφει πράγματι στη λεγόμενη συμβατική του μορφή. Αυτό που υποτίθεται ότι θα εμπόδιζε την επιστροφή αυτής της μορφής, δηλαδή η πυρηνική “αποτροπή”, είναι πλέον αυτό που εγγυάται ότι αυτή θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί, εφόσον ληφθούν υπόψη οι ασυμμετρίες που προκύπτουν από αυτήν. Όμως αυτός ο πόλεμος μεταξύ εθνών δεν ήταν ποτέ ο δικός μας πόλεμος, ή μάλλον δεν ήταν ποτέ ο χώρος της δίκαιης σχέσης μας με τον δικό τους πόλεμο. Το γεγονός ότι αυτό δεν αποτελεί μια μαζικά προφανή αλήθεια είναι ακριβώς το σημάδι της αποδυνάμωσης του «εμείς» που τη στήριζε. Είναι όμως, ας πούμε, μία από τις πιθανές μορφές του που επέτρεψε ακριβώς τη διακοπή του πολέμου (τουλάχιστον για τη Ρωσία), μέσω της πολιτικής επανάστασης του 1917.

  1. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Πρόσφατα προκάλεσε έκπληξη η ομοφωνία με την οποία ο Τύπος, συμπεριλαμβανομένου και του «ακτιβιστικού αριστερού», συντάχθηκε στην καταγγελία του «σκάνδαλου» που φέρεται να αποτέλεσε ο θάνατος ενός φασίστα*. Ωστόσο, ορισμένοι οξυδερκείς άνθρωποι υπενθύμισαν ότι οι φασίστες ήταν υπεύθυνοι για έξι φορές περισσότερους θανάτους κατά μέσο όρο τις τελευταίες δεκαετίες, συμπεριλαμβανομένων των τελευταίων ετών όπου οι οδομαχίες λογικά εντάθηκαν, σε σύγκριση με τις «αριστερές» ομάδες. Σε αυτό το πλαίσιο, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις περιστάσεις του γεγονότος, δεν κατανοήσαμε πλήρως τι ακριβώς καταλογιζόταν στη «Jeune Garde»** αλλά διαπιστώσαμε, αντίθετα, ότι διαμορφώνεται μια πολύ ευρεία σιωπηρή συναίνεση για την προετοιμασία της άφιξης μιας νέας εξουσίας. Ο φασισμός, όπως και η κλιματική αλλαγή ή η αμείλικτη πρόοδος της τεχνητής νοημοσύνης, προορίζεται έτσι να αποτελέσει μέρος του κοινωνικού πλαισίου για τα επόμενα χρόνια. Πρέπει να το συνηθίσουμε. Η πιθανή εκλογή του RN στη Γαλλία σε λίγους μήνες μπορεί να θεωρηθεί ως το τοπικό σύμβολο μιας αλλαγής που επιβεβαιώνεται σε πολλές χώρες ή περιοχές του κόσμου, και με ιδιαίτερα θεαματικό τρόπο στη Λατινική Αμερική.

Δεν θα ξανανοίξουμε εδώ την ατέρμονη ιστορική συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο ο όρος «φασισμός» είναι κατάλληλος όταν χρησιμοποιείται για τον Μιλέι, τον Τραμπ ή τη Μελόνι. Το πρόβλημα αφορά την πολιτική χρήση αυτού του όρου. Ο φασισμός πρέπει καταρχάς να θεωρηθεί ως μια συνηθισμένη πολιτική λύση για το κεφάλαιο. Μακριά από το να αποτελεί μια σημαντική ρήξη, αποτελεί απλώς μια επιλογή που παραμένει πάντα ανοιχτή για τους υποστηρικτές του, οι οποίοι θεωρούν όλο και περισσότερο αυτή η λύση ως τη μόνη εφικτή στο σημερινό πλαίσιο. Είχε επιλεγεί συνειδητά πριν από έναν αιώνα, και επιλέγεται και σήμερα. Η διαφορά είναι ότι ο φασισμός δεν έχει πλέον ως λειτουργία να ανταποκριθεί σε μια προλεταριακή επανάσταση που έχει ήδη λάβει χώρα και απειλεί τον κόσμο του κεφαλαίου, αλλά να εξασφαλίσει ότι μια αντίστοιχη επανάσταση δεν θα συμβεί, και για το σκοπό αυτό έχει αναλάβει να αξιοποιήσει εκ των προτέρων τους υποκειμενικούς πόρους της. Με άλλα λόγια: η συντηρητική επανάσταση έχει πάντα ως λειτουργία να μιμείται τη επαναστατική μορφή γεμίζοντάς την με αντιδραστικό περιεχόμενο, αλλά πλέον πρόκειται να την αποτρέψει προλαμβάνοντάς την, και έτσι να κατευθύνει τα σχέδιά της. Η αλήθεια, όσο το δυνατόν πιο κρυμμένη από τους αντιπάλους μας και όμως φανερή, είναι ότι ο φασισμός δεν θα μπορέσει ποτέ να νικηθεί στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας που καθίσταται δυνατή και συντηρείται από τον πόλεμο, ακριβώς επειδή έχει ως λειτουργία να τη σώσει σε περιόδους βαθιάς κρίσης – και δεν έχει την παραμικρή πραγματική ουσία, κανένα δικό του περιεχόμενο, εκτός από αυτή τη λειτουργία.

Αν μιλάμε για «αυταρχική στροφή», δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πέμπτος παγκόσμιος πόλεμος δεν ξεκινά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά με τη διαχείριση της πανδημίας του κορονοϊού. Αν διαβάσει κανείς λανθασμένα τις αναλύσεις του Foucault για τις μορφές της εξουσίας, θα μπορούσε να πιστέψει ότι η πειθαρχική εξουσία, και στη συνέχεια η ρυθμιστική εξουσία ή βιοεξουσία, είχαν αφήσει την κυριαρχική εξουσία πολύ πίσω μας. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο Foucault μας προειδοποιούσε: οι μορφές εξουσίας δεν διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά συνυπάρχουν, και οι πιο πρόσφατα επινοημένες μπορούν να συνδυαστούν άριστα με τις παλαιότερες [13]. Η τρέχουσα κατάσταση υπενθυμίζει ότι το διαχρονικό μοντέλο πρέπει να αντικατασταθεί από αυτό της ιεραρχικής συνύπαρξης, με πιθανή αναδιάταξη των στοιχείων αυτής της ιεραρχίας. Φαίνεται ότι ήρθε η σειρά της κυρίαρχης εξουσίας να επανέλθει στο προσκήνιο. Η περίοδος της πανδημίας του κορονοϊού αντιστοιχούσε σε ένα πείραμα σχετικά με την έκταση αυτής της εξουσίας, και η επιστροφή του παγκοσμιοποιημένου πολέμου εμφανίστηκε ως η λογική συνέχεια αυτού του πειράματος.

Εάν το ζήτημα της «αυταρχικής» εξουσίας τίθεται λανθασμένα, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί υπό το πρίσμα της ανανέωσης των μορφών της κυριαρχικής εξουσίας ή των μορφών αλληλεπίδρασης μεταξύ κράτους και κεφαλαίου. Το πρόβλημα, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ποτέ αυτό της εναλλακτικής επιλογής μεταξύ αυταρχικής και φιλελεύθερης εξουσίας – γνωρίζουμε πόσο αδιαχώριστες είναι αυτές οι δύο [14]. Το πρόβλημα είναι ότι αποδεχθήκαμε τη συνολική διαδικασία που οδηγεί στην ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση της «πολιτικο-οικονομικής», δηλαδή της οικονομικο-στρατιωτικής, εξουσίας στα χέρια μιας χούφτας από αποβράσματα, τα οποία μπορούν να εκπροσωπούνται τόσο από τη μορφή του Μασκ όσο και από εκείνη του Πούτιν. Η επίκληση μιας αντίθεσης μεταξύ της «πολιτικής» εξουσίας του κράτους και της «οικονομικής» απορρύθμισης, την οποία μόνο αυτό θα μπορούσε να διορθώσει, αποτελεί παράδειγμα ιδεολογικού λόγου με την πιο παραδοσιακή έννοια: είναι ο λόγος της κυρίαρχης τάξης, εκείνης που επιδιώκει να συγκαλύψει το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο εγγενώς πολιτικό από την οικονομία· και είναι ο λόγος των καλοπροαίρετων της αριστεράς που αναλαμβάνουν τα προβλήματα όπως τα θέτουν οι εχθροί τους, και τα οποία, ως εκ τούτου, παραμένουν εκ φύσεως άλυτα εκτός του πλαισίου που αυτοί επιβάλλουν.

Αν το κενό σημαίνον «δημοκρατία» έχει ακόμα κάποιο νόημα πέρα από τη φιλελεύθερη αποδυνάμωσή του, αυτό είναι αναμφίβολα για να υπενθυμίσει την ανάγκη να διασκορπιστεί όσο το δυνατόν περισσότερο «η» εξουσία, η οποία από μόνη της τείνει φυσικά να συγκεντρώνεται. Όμως η χρήση αυτού του σημαίνοντος είναι πάντα αμφίσημη, ιδίως όταν επικαλείται για να δώσει κατεύθυνση στον αγώνα κατά του φασισμού. Πράγματι, σε αυτή τη χώρα, μπροστά στους φασίστες BardellaLe Pen, μπορεί κανείς να μπει στον πειρασμό να βασιστεί στη δημοκρατική αριστερά – και, ας το παραδεχτούμε, ειδικά όταν αρχίζει να γερνάει, να σκέφτεται ότι ήρθε η ώρα να δείξει ρεαλισμό και να προσπαθήσει να το δει αυτό ως πρόοδο. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι η προοπτική των γαλλικών εκλογών νομιμοποιεί περισσότερο από ό,τι συνήθως αυτή την ανησυχία, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε ακριβώς γιατί. Ας διευκρινίσουμε ότι με τον όρο «αριστερά» δεν εννοούμε εδώ την επιβλαβή και ανεξήγητα διαρκή απάτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ούτε εκείνη του λεγόμενου Κομμουνιστικού Κόμματος του αντιδραστικού Fabien Roussel. Με τον όρο «αριστερά» εννοούμε αυτό που έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα να σπέρνει πανικό στους «κεντρώους» βουλευτές, οι οποίοι είναι έτοιμοι να συμμαχήσουν για να αποφύγουν με κάθε κόστος την προοπτική μιας εναλλακτικής λύσης που θα περιορίζεται αποκλειστικά στα «άκρα». Αυτή η εναλλακτική θα αντιπροσώπευε πράγματι την επιστροφή αυτού που η ίδια η ύπαρξή τους έχει ως αποστολή να αποτρέψει, δηλαδή την ίδια την πολιτική: μια ριζοσπαστική σύγκρουση σχετικά με την οργάνωση της συμβίωσης, ξεκινώντας από τον ίδιο τον ορισμό της [15]

Ας ονομάσουμε λοιπόν «πειρασμό της Αριστεράς» την προοπτική υποστήριξης της θέσης του LFI (Ανυπότακτη Γαλλία) για τις εκλογές του 2027. Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε ότι υπάρχουν δύο ανταγωνιστικά μοντέλα. Το πρώτο δίνει προτεραιότητα στις μεταρρυθμίσεις που αποφασίζονται από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση στη λαϊκή υποστήριξη, χωρίς την οποία αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν θα μπορέσουν να επιβληθούν. Το δεύτερο δίνει προτεραιότητα σε ό,τι δεν αφορά πλέον την υποστήριξη, αλλά τις λαϊκές εξεγέρσεις, και οι θεσμικές ρυθμίσεις που αυτές καθιστούν δυνατές, στην καλύτερη περίπτωση, δεν κάνουν παρά να τις ακολουθούν. Όμως, αν αυτή η υπόθεση της Αριστεράς φαίνεται, στη σημερινή της μορφή, τυπικά νέα, δεν είναι βέβαιο ότι είναι τόσο νέα όσο θα ήθελε, ακόμη και στη δεύτερη ερμηνεία της. Είναι πιθανό οι απογοητεύσεις που ακολούθησαν εκλογές γεμάτες ελπίδα, από το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Μιτεράν το 1981 έως τον ΣΥΡΙΖΑ το 2014, να συνοδεύονται από παρόμοια διλήμματα: είτε είναι δυνατό να κυβερνήσει κανείς υπό την προϋπόθεση ότι θα παραιτηθεί από τους λόγους που επέτρεψαν την εκλογή του· είτε δεν είναι δυνατόν να κυβερνήσει, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρή είναι η «λαϊκή υποστήριξη» – ακριβώς επειδή υπάρχουν ανταγωνιστικές μορφές εξίσου λαϊκής υποστήριξης, οι οποίες, προς το παρόν, έχουν στην πραγματικότητα μεγαλύτερη εμβέλεια. Αν τυχόν ήταν αδύνατο να ξεφύγουμε από αυτό το δίλημμα, τότε, εστιάζοντας υπερβολικά στο εκλογικό ζήτημα, οι υποστηρικτές και οι κεντρικές μορφές της νέας αριστεράς, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι όλοι τους έχουν τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου, θα έχουν καταφέρει μόνο να δημιουργήσουν μια νέα μορφή αιχμαλωτισμού των δυνάμεων που υπάρχουν μόνο για να δοκιμάσουν την ετερογένειά τους στο παιχνίδι της εκπροσώπησης ως τέτοιο.

Το ενδιαφέρον του πόλωσης που μπορεί να διαμορφωθεί με αφορμή την εκλογική περίοδο έγκειται στην ανάδειξη αυτού που σε μια άλλη εποχή θα τολμούσαμε να ονομάσουμε μαζική πολιτική αυτοεκπαίδευση. Η ένταση της πολιτικής πόλωσης που διαμορφώνεται τότε από την εναλλακτική RN/LFI ίσως ευνοήσει, πολύ πέρα από την ίδια την εκλογική διαδικασία, τη δυνατότητα αναζωπύρωσης αυτής της αυτοεκπαίδευσης, η οποία θα περνούσε κυρίως μέσα από μορφές εξεγέρσεων ικανές να εκφραστούν σε όλους τους πιθανούς χώρους, και όχι μόνο στον δρόμο με τη μορφή προβλέψιμων διαδηλώσεων (συμπεριλαμβανομένων μερικές φορές και εκείνων που «ξεφεύγουν από τα όρια»). Αν μια τέτοια εκπαίδευση λείπει τόσο πολύ σήμερα, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δέχεται αδιάκοπες επιθέσεις εδώ και αρκετές δεκαετίες· και αν συμβαίνει αυτό, είναι επειδή αποτελεί ακριβώς εκείνο το στοιχείο χωρίς το οποίο δεν μπορεί να οραματιστεί κανείς κανέναν επαναστατικό ορίζοντα. Από αυτή την άποψη, ίσως είναι πιο λογικό, αντί να επικαλούμαστε μια ακόμη σύζευξη μεταξύ ων κινημάτων και της θεσμικής αριστεράς, να στηριχθούμε σε συλλογικές δομές που βασίζονται πρωτίστως στη δική τους συνοχή «μακριά από το κράτος», όπως λέει ο Badiou, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταστούν ικανές να εξηγήσουν τον ορίζοντα που επιθυμούν να φέρουν, και να βρουν τον τρόπο να μεταδώσουν την αλήθεια του.

5. Η ΑΚΡΑΙΑ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Αυτός ο ορίζοντας φαίνεται ωστόσο να είναι κλειστός, και η εξάλειψη κάθε ελπίδας αυτού του είδους φαίνεται να συνόδευσε τα πρώτα χρόνια του πέμπτου παγκόσμιου πολέμου. Η ήττα θα μπορούσε πράγματι να φαίνεται πλήρης και οριστική: οι πόλεμοι που πλησιάζουν και γίνονται μέρος αυτού του φόντου, στο οποίο φαίνεται εξίσου απαραίτητο να συνηθίσουμε όσο και στην αύξηση των θερμοκρασιών· η αυταρχική διαχείριση των λαών, οι οποίοι, ακόμη και όταν τους επικαλούνται συνεχώς, δεν μετράνε [16] ; ο φασισμός, λοιπόν, και η άμεση επίδρασή του: το να υποβαθμίζει, ακόμη και για τους καλά ενημερωμένους αγωνιστές και ακτιβιστές, το ουσιαστικό πρόβλημα, δηλαδή την ανάπτυξη ως πολιτισμό του κεφαλαίου· αυτή η ανάπτυξη που δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να αμφισβητηθεί ως τέτοια, παρά μόνο με τη μορφή τροποποιήσεων και διορθώσεων που υποτίθεται ότι μπορούν να την καταστήσουν συμβατή με μια «πράσινη» διαχείριση – αλλά η συζήτηση για τις ίδιες τις αρχές της, θαμμένη κάτω από έναν τόνο ψευδών συζητήσεων, δεν φαίνεται να μπορεί να επιβληθεί αποφασιστικά στη σκηνή των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων.

Φυσικά, η εικόνα είναι ελλιπής, και για να τη συμπληρώσουμε, όλοι θα έκαναν περίπου τον ίδιο κατάλογο: η οικολογική καταστροφή που εξαφανίζει ακόμη και ό,τι δεν είχε εμφανιστεί ποτέ (η έκτη μαζική εξαφάνιση ειδών, τα περισσότερα από τα οποία είναι άγνωστα), και η οποία επιταχύνεται την ίδια στιγμή που οι άνθρωποι της εξουσίας, αντί να προσποιούνται ότι την καταπολεμούν, αποφασίζουν να επιταχύνουν τις αιτίες της· η ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία πρόσβασης σε ιατρική περίθαλψη που κάποτε θεωρούνταν το ελάχιστο για ένα ολοένα και μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων πλέον και αυτών που ζουν στις πλούσιες χώρες· η κινητοποίηση των δραστηριοτήτων προς στόχους αξιοποίησης που προσδιορίζονται, περισσότερο ή λιγότερο σαφώς, ως τέτοιοι, γεγονός που καθιστά δυσδιάκριτη τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ εργασίας και εξωτερικού προς αυτή χώρου· η αποικιοποίηση της υποκειμενικής εμπειρίας μέσω του πολλαπλασιασμού των μηχανισμών που αιχμαλωτίζουν την προσοχή και αποτελούν φορείς μιας διάσπασης που δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να θεραπευτεί· και αυτό που ακολουθεί: η επιτάχυνση και η γενίκευση της «ρευστής ζωής», όπου η υπόσχεση βιώνεται ως περιορισμός της ελευθερίας και όπου θεωρούμε καθήκον μας να προλαμβάνουμε το υποτιθέμενο αναπόφευκτο τέλος —το οποίο πρέπει, επομένως, να αρχίσουμε να διαχειριζόμαστε χωρίς καθυστέρηση— όσων μας ενδιαφέρει να υλοποιήσουμε σε πολιτικές, ερευνητικές, δημιουργικές, φιλικές ή ερωτικές ομάδες κ.λπ.

Από μια άλλη οπτική γωνία, η εικόνα μιας τέτοιας ήττας είναι ίσως παραπλανητική· τουλάχιστον τείνει να αποκρύπτει το γεγονός ότι τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο θα μπορούσε κανείς να πιστέψει από την πλευρά του εχθρού. Αν αυτό ισχύει, δεν οφείλεται τόσο στο ότι τον αναγκάσαμε να τροποποιήσει τα σχέδιά του (η οπεραϊστικός αισιοδοξία, που ήθελε πάντα να ανακτήσει την πρωτοβουλία το επαναστατικό στρατόπεδο, δεν ισχύει πλέον εδώ και μερικές δεκαετίες), αλλά επειδή αναγκάζεται να εφαρμόζει ταυτόχρονα πολλές αντιφατικές διαδικασίες. Δεν θα αναλύσω λεπτομερώς αυτές τις αντιφάσεις και τις πολλαπλές τους επιπτώσεις, αλλά θα επισημάνω κάθε φορά τουλάχιστον ένα στοιχείο – ώστε η έρευνα να μπορέσει ίσως να συνεχιστεί.

Αρχικά, όσον αφορά τον πόλεμο: γνωρίζουμε από τον Clausewitz ότι ένας πόλεμος κερδίζεται μόνο από έναν λαό που είναι οπλισμένος, και έχουμε δει ότι αυτό το δεδομένο αποκτά και πάλι θεμελιώδη σημασία στο σύγχρονο στρατιωτικό πλαίσιο – υπό την προϋπόθεση, φυσικά, να διευρύνουμε κάπως την έννοια των «όπλων», ώστε να περιλαμβάνει τουλάχιστον το κινητό τηλέφωνο. Είναι αλήθεια ότι, ενώ ο πολεμικός ενθουσιασμός αποτελούσε κινητήριο δύναμη των κινητοποιήσεων κατά τους πρώτους παγκόσμιους πολέμους, κατά την περίοδο που αντιστοιχούσε στον τέταρτο πόλεμο αναμενόταν μάλλον μια απλή υποστήριξη εκ μέρους των πληθυσμών. Ωστόσο, όπως είδαμε, με τον πόλεμο να πλησιάζει από την καθαρά στρατιωτική του πλευρά, αυτή η υποστήριξη καλείται πλέον να συγκεκριμενοποιηθεί εκ νέου. Οι κυβερνώντες της Ευρώπης και των ΗΠΑ αναμένουν, λοιπόν, από τους «πολίτες» να καλλιεργήσουν με τον δικό τους τρόπο ένα πολεμικό πνεύμα. Αλλά το αναμένουν πλέον από άτομα που μέχρι τώρα ζούσαν με την πεποίθηση ότι ο πόλεμος δεν μπορούσε να τους επηρεάσει άμεσα· το αναμένουν από άτομα που έχουν μάθει να κρατούν τις πολεμικές διαθέσεις όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη ζωή τους, και μάλιστα να καταδικάζουν την επιστροφή τους. Κινδυνεύουν, λοιπόν, ακόμη περισσότερο από ό,τι πριν από έναν αιώνα, να βρεθούν αντιμέτωποι με μια ριζική άρνηση συμμετοχής σε αυτό που όλη η εκπαίδευσή τους τους παρουσίασε ως μια αδικαιολόγητη παραφροσύνη, ως μια φρίκη χωρίς καμία δυνατή νομιμοποίηση.

Από την πλευρά της κυβερνητικότητας, είναι πιθανό η φασιστική λύση να μην κρατήσει για πολύ. Αυτές οι διαυγείς γραμμές βρίσκονται σε ένα κύριο άρθρο της Financial Times του Δεκεμβρίου 2020: «Από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, ένα αίσθημα προδοσίας έχει τροφοδοτήσει μια πολιτική αντίδραση ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και στους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο δεξιός λαϊκισμός μπορεί να ευδοκιμήσει σε αυτό το έδαφος, αφήνοντας παράλληλα τις καπιταλιστικές αγορές στη θέση τους. Αλλά καθώς δεν θα μπορεί να τηρήσει τις υποσχέσεις του προς όσους νιώθουν οικονομική απογοήτευση, είναι πλέον μόνο θέμα χρόνου πριν ξεσηκωθούν εναντίον του ίδιου του καπιταλισμού και της περιουσίας όσων επωφελούνται από αυτόν» [17]. Αν πιστέψουμε τους εχθρούς μας, μπορούμε λοιπόν να προβλέψουμε εξεγέρσεις που θα αφορούν ζητήματα, ας πούμε, ταξικά. Μπορούμε όμως επίσης να ελπίζουμε στην ενίσχυση της άρνησης συνεργασίας με τις πολιτικές καταδίωξης των μεταναστών, έχοντας κατά νου το παράδειγμα της Μινεάπολης. Μπορούμε μάλιστα να ελπίζουμε ότι αυτή η άρνηση θα αφορά εξίσου τις γενικές πολιτικές φυλετικής διάκρισης και τις κατασταλτικές πολιτικές έναντι των ατόμων που βρίσκονται σε διαδικασία αλλαγής φύλου, οι οποίες όλες προορίζονται να υποστηριχθούν από συμμορίες φασιστικοποιημένων τρολ. Το γνωρίζουμε εδώ και καιρό, αλλά διαπιστώνουμε εκ νέου την αποτελεσματικότητά του: ο χαρακτηρισμός των ανεπιθύμητων και, τελικά, «άλλων» προς θυσία αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα των ταξικών επιθέσεων.

Η ενεργή απόρριψη των φασιστικών πολιτικών συνδέεται γενικά με την υπεράσπιση της δημοκρατίας, οπότε επιστρέφουμε σε αυτό το αμφίσημο νόημα, το οποίο θα παραμείνει αναμφίβολα ένα βασικό ζήτημα των μελλοντικών λαϊκών κινητοποιήσεων. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, η «αληθινή» δημοκρατία φαινόταν να αποτελεί το μοναδικό σημείο αναφοράς που συγκέντρωνε συναίνεση σε αυτές τις κινητοποιήσεις, και θεωρούσαμε ότι δείχναμε ωριμότητα παραμένοντας πιστοί στις αξίες που υποτίθεται ότι αυτή υποδείκνυε. Όμως ο δημοκρατισμός θα εκτεθεί σύντομα στις δικές του αντιφάσεις: θα πρέπει να συνεχίσουμε να υπακούμε στις εκλεγμένες εξουσίες, ή μήπως να τις απορρίψουμε, πράγμα που θα σημαίνει την εγκατάλειψη του φετιχισμού της εκλογικής δημοκρατίας; Ο χώρος που θα ανοίξει μέσω των διαφόρων μορφών άρνησης που μόλις ανέφερα θα είναι επίσης ο χώρος της δοκιμασίας της υποτιθέμενης ετερογένειας μεταξύ φασισμού και φιλελεύθερης ή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Είτε αυτή η αμφισβήτηση οδηγήσει στην ανάδειξη μιας αποσαφηνισμένης έννοιας της δημοκρατίας είτε σε έναν ορίζοντα πέρα από τη δημοκρατία: θα το δούμε, μόλις βγούμε από τη γενικευμένη οπισθοδρόμηση στην οποία βρισκόμαστε βυθισμένοι.

Στον τομέα της εργασίας, οι διχασμοί που δημιουργήθηκαν ή επιδεινώθηκαν στη νεοφιλελεύθερη εποχή λόγω των εντάσεων μεταξύ των απαιτήσεων κερδοφορίας και της επιθυμίας για «καλά εκτελεσμένη εργασία» (είτε πρόκειται για εκπαιδευτικούς, εργαζόμενους στην υγεία είτε για μεταλλουργούς) δεν έχουν σταματήσει να επιδεινώνονται [18]. Όσον αφορά το μέλλον, ο Τύπος αναδεικνύει κυρίως τις αντιφάσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης: παρατηρείται μια «παράδοξη» αύξηση του φόρτου εργασίας, ενώ η επίσημη αφήγηση δεν παύει να υπόσχεται τη μείωση αυτού του φόρτου. Αλλά στην περίπτωση που αυτό πράγματι συμβεί, τα νέα δεν θα είναι απαραίτητα καλύτερα: οι άρχοντες της Σίλικον Βάλεϊ, πεπεισμένοι ότι πλέον είναι το κεφάλαιο και όχι πλέον η εργασία που θα «δημιουργήσει αξία», όπως λένε, προετοιμάζουν ένα καθολικό εισόδημα που θεωρείται απαραίτητο για να αποφευχθεί μια κοινωνική έκρηξη [19]. Αυτό που ανησυχεί τόσο πολύ τους πάμπλουτους δεν είναι μόνο ότι πάρα πολλοί άνθρωποι κινδυνεύουν να μείνουν άνεργοι· είναι ότι θα μπορούσε γρήγορα να γίνει εξίσου δύσκολο να κινητοποιηθούν για εργασία όσο και για πόλεμο. Και το πιο επικίνδυνο σε αυτή τη διπλή δυσκολία είναι ότι θα μπορούσε να αποκαλύψει τον αδιάσπαστο δεσμό μεταξύ πολέμου και εργασίας στον κόσμο του κεφαλαίου – όχι να τον αποκαλύψει με την έννοια ότι δεν είναι γνωστός και θα μπορούσε να ανακαλυφθεί, αλλά να τον αποκαλύψει ως μια πραγματικότητα την οποία δεν θα είναι πλέον δυνατό να αγνοήσουμε.

Όσον αφορά την «αποικιοποίηση» της καθημερινότητας, και για να περιοριστούμε και εδώ μόνο στην πρόβλεψη των επιπτώσεων των πρόσφατων τεχνολογιών, μπορούμε να πούμε ότι, με την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι εχθροί μας φαίνεται να βρίσκονται στα πρόθυρα της ολοκλήρωσης του σχεδίου τους να δημιουργήσουν μια ανθρωπότητα όλο και πιο ομοιογενή ως προς τα συστήματά της – μια γνωστική και ψηφιοποιήσιμη ανθρωπότητα. Ωστόσο, θα προσκρούσουν στα όρια που είναι εγγενή σε αυτό το σχέδιο. Η απόρριψη της ΤΝ έχει πολλαπλούς λόγους, αλλά τελικά θα έχει ως διακύβευμα την ίδια την υποκειμενικότητα του ζωντανού-ομιλούντος όντος. Δεν πρόκειται τόσο για το να αποδειχθεί ότι αυτή θα παραμείνει αδύνατο να αναχθεί σε μηχανή, αλλά για να υπερασπιστούμε ενεργά την ανυπακοή της απέναντι σε κάθε γνωστικιστική αναγωγή [20]. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι αυτή η αναγνώριση θα αποτελέσει την αφετηρία για μια ευρύτερη αμφισβήτηση όλων των μηχανισμών που έδωσαν υπόσταση σε αυτό το εγχείρημα μιας ανθρωπότητας μειωμένης ως προς την ευαισθησία της, αποβλακωμένης ως προς τη σχέση της με τη νοημοσύνη και γεμάτης από την απόλαυση του φόβου και της απελπισίας.

Θα μπορούσε λοιπόν να ξεκινήσει μια ειδική ανάλυση όσον αφορά την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, οι οποίες, όπως γνωρίζουμε από τον Μαρξ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δραστηριοτήτων που είναι καθοριστικές για την αξιοποίηση του κεφαλαίου. Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα για τις νέες εξουσίες είναι η εξάλειψη της πανεπιστημιακής γνώσης και η αντικατάστασή της από μια εξ ολοκλήρου τεχνική γνώση. Απέναντι σε αυτή την επίθεση, δεν μπορεί πλέον να αρκούμαστε στην επίκληση των παλαιών αρχών της επιστημονικής ουδετερότητας, ή ακόμη και στην άνεση της κριτικής γνώσης. Οι διανοούμενοι και οι ακαδημαϊκοί θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι ο τύπος της γνώσης που αναπτύσσουν δεν αρκεί καθόλου από μόνος του για να αποτρέψει την καταστροφή των ίδιων των συνθηκών της γνώσης τους.

Από την πλευρά, ας πούμε, της ιατρικής, η εξουσία θα ήθελε να κάνει αποδεκτή την αυξανόμενη δυσκολία στην πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, ενώ η πρόσβαση σε κάθε είδους περίθαλψη, και μάλιστα η επέκταση αυτής της πρόσβασης, φαινόταν μέχρι τώρα να αποτελεί μέρος των δικαιωμάτων που μπορούσε γενικά να διεκδικήσει ένας πληθυσμός που είχε μάθει να θεωρεί αυτή την πρόσβαση ως ελάχιστη αποζημίωση για την εργασία του. Αυτή η βιοπολιτική σύμβαση, τόσο σιωπηρή όσο η περίφημη κοινωνική σύμβαση, αλλά στην ουσία εξίσου καθοριστική για την υποκειμενικότητα του πολίτη, βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης. Οι επιπτώσεις αυτής της ρήξης μπορεί να απορροφηθούν για κάποιο διάστημα από την τάση αυτών των υποκειμενικοτήτων να πείθουν τον εαυτό τους ότι πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνες τους, αλλά η αύξηση των παθολογιών που συνδέονται με την εργασία, οι προαναγγελθείσες πανδημίες και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα αποδείξουν γρήγορα ότι αυτή η τάση δεν θα αρκεί.

Όσον αφορά ακριβώς την οικολογία και την κλιματική αλλαγή, αναμένεται από εμάς να λάβουμε γνώση της εγκατάλειψης μιας θεσμικής κινητοποίησης για την ενεργή αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κατάρρευσης, και να καταφέρουμε να εξοικειωθούμε με την οικολογική καταστροφή ως ένα αναπόφευκτο υπόβαθρο της ύπαρξης. Όμως, κάθε καλοκαίρι αποτελεί έναν νέο κίνδυνο για τους ανθρώπους της εξουσίας, οι οποίοι πρέπει να προσποιούνται ότι δεν βλέπουν αυτό που συμβαίνει, το οποίο όμως βιώνεται όλο και πιο άμεσα από όλες και όλους – θα επανέλθω σε αυτό το σημείο.

Όλες αυτές οι υποκειμενικές αντιφάσεις δεν αποτελούν την αντανάκλαση ή την «έκφραση» μιας αντικειμενικής διαδικασίας, αλλά πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τη δική τους εσωτερική λογική. Είναι αλήθεια ότι αν ο πόλεμος εντείνεται, αυτό συμβαίνει πρωτίστως επειδή οι κυβερνώντες της παγκόσμιας οικονομίας πρέπει να αντιμετωπίσουν τη συρρίκνωση των πόρων, αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με την οικολογική λεηλασία. Τα όρια του κεφαλαίου είναι επίσης τα όρια της φύσης, όπως αναφέρει ο Jason Moore, και αυτά τα όρια δεν μπορούν να παίξουν τον ρόλο όλων εκείνων που γνώρισε ο καπιταλισμός μέχρι σήμερα, δηλαδή των «συνόρων» που του επέτρεπαν να επανεκκινεί τη δυναμική του. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο, πολλαπλασιάζονται επίσης οι πολυάριθμες εσωτερικές αντιφάσεις στους κόλπους της τάξης των καπιταλιστών, γεγονός που οξύνει τις γεωπολιτικές «εντάσεις».

Αν το άθροισμα αυτών των εντάσεων και αντιφάσεων δεν έχει ως αποτέλεσμα να προκαλέσει ευρείες εκδηλώσεις αντίστασης, αυτό οφείλεται αναμφίβολα στο γεγονός ότι γίνεται όλο και πιο προφανές, για όποιον μπαίνει στον αγώνα, ότι αυτός δεν μπορεί να σταματήσει, δεν έχει πραγματικό νόημα παρά μόνο αν δεν σταματήσει. Αυτό που εμποδίζει την έναρξη του αγώνα είναι η προφανής προοπτική που αυτός αναπόφευκτα σκιαγραφεί. Μια τέτοια προφανής προοπτική, όμως, δεν μπορεί παρά να συγκρουστεί με την εμπειρία της ευθραυστότητας που μοιραζόμαστε περισσότερο από ποτέ, ιδίως για μια γενιά που έζησε την παιδική της ηλικία ή τη νεότητά της υπό την φαινομενικά αναπόφευκτη προοπτική του «τέλους του κόσμου». Οι αντιφάσεις, που αναμφίβολα θα οξυνθούν, διαπερνούν υποκειμενικότητες που έχουν ήδη καταστεί βαθιά ευάλωτες – και η ίδια αυτή ευάλωτη κατάσταση τροφοδοτεί την ανάπτυξη. Η συλλογικότητα «Balise ouvrante» μας λέει πολύ σωστά ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός πρέπει να γίνει κατανοητός ως «η κίνηση αξιοποίησης της εισόδου σε κρίση των ίδιων των υποκειμενικοτήτων» [22 Το όλο πρόβλημα θα ήταν, λοιπόν, να ανατραπούν οι επιπτώσεις της ευπάθειάς τους. Ας πούμε ότι τα παραπάνω αποτελούν μια πρώτη επισήμανση των σημείων στα οποία θα μπορούσε να επικεντρωθεί αυτή η προσπάθεια ανατροπής.

  1. ΕΜΕΙΣ

Από τη μία πλευρά, είναι λοιπόν λογικό να απογοητευόμαστε σε μια κατάσταση όπου οι εχθροί έχουν τη δυνατότητα να δρουν τόσο σε μικροπολιτικό όσο και σε μακροπολιτικό επίπεδο, κάτι που φαίνεται απρόσιτο για οτιδήποτε μοιάζει, έστω και από μακριά, με επαναστατικές δυνάμεις. Από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη τις αντιφάσεις που παράγει η περίοδος αστάθειας στην οποία εισερχόμαστε, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα ριψοκίνδυνα στοιχήματα που αναγκάζονται να κάνουν οι αγωνιστές της οικονομίας, μπορούμε εξίσου λογικά να σκεφτούμε ότι μια τέτοια κατάσταση προσφέρει την ιστορική ευκαιρία για μια ανατροπή.

Πριν από μερικές δεκαετίες, ο  Immanuel Wallerstein χρησιμοποιούσε την εικόνα, που τότε ήταν της μόδας, του «φαινομένου της πεταλούδας»· αντί να την αποδομήσουμε ως μια περασμένη μόδα, ίσως θα ήταν πιο συνετό να την επαναφέρουμε. Σε μια κατάσταση αστάθειας, ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός μπορεί να έχει σημαντικές και, κυρίως, απρόβλεπτες επιπτώσεις. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πολλά γεγονότα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται άσχετα μεταξύ τους, αλλά τελικά συνδέονται. Μια απεργία που ξεκινά από μερικούς σχεδιαστές ή σεναριογράφους τηλεόρασης, που ανησυχούν μήπως χαθεί η δουλειά τους, θα μπορούσε γρήγορα να ξεπεράσει τα τοπικά της όρια. Θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε διακρατικά αιτήματα. Ας φανταστούμε ότι την ίδια στιγμή μια ακόμη δολοφονία από την αστυνομία κατά τη διάρκεια ενός «αθώου ελέγχου ταυτότητας» θα είχε ως συνέπεια εκτεταμένες ταραχές, οι οποίες επίσης ενδέχεται να ξεπεράσουν τα εθνικά όρια. Κάποιοι καλοπροαίρετοι άνθρωποι θα μπορούσαν τότε να προσθέσουν μερικά επιπλέον στοιχεία, όπως ηλεκτρονικές δολιοφθορές, αποδυνάμωση εγκαταστάσεων που προορίζονται για κάποια «μεγάλα έργα», κέντρα δεδομένων ή άλλα παρόμοια, κλπ. Ας φανταστούμε, τέλος, ότι αυτά τα στοιχεία θα συνδεθούν ρητά μεταξύ τους, ότι αυτές οι συσχετίσεις θα είναι αρκετά οργανωμένες ώστε να μπορούν να προβλέψουν και να ενισχύσουν τα αποτελέσματα της απήχησής τους· αλλά ότι θα παραμείνουν αρκετά ανοργάνωτες ώστε να διατηρήσουν την ευελιξία και την αστάθειά τους, χωρίς να μπορούν να αποδοθούν σε συγκεκριμένους «υπεύθυνους». Η αστάθεια, τότε, δεν θα ήταν απλώς αυξημένη, αλλά θα μπορούσε να τεθεί σε δράση – με έναν τρόπο δράσης που δεν θα ήταν αυτός του πολέμου, αλλά της πολιτικής.

Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτή η δράση, θα χρειαζόταν κάτι σαν υποκείμενο αυτής της δράσης. Ποιο θα μπορούσε λοιπόν να είναι «το» υποκείμενο; Μήπως πρόκειται για τη νέα μορφή της χρόνιας και ανεπίλυτης συζήτησης περί ανταγωνιστικής τάξης; Σίγουρα όχι, αν εννοούμε με αυτό την «τάξη των παραγωγών» ή των «εργαζομένων». Ίσως όμως ναι, αν έχουμε κατά νου ότι ο εχθρός είναι η τάξη των καπιταλιστών, και αν η ανταγωνιστική τάξη υποδηλώνει τότε το σύνολο των ανθρώπων που έχουν κινητοποιηθεί για να υπηρετήσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτή την τάξη, αλλά τότε είναι και ικανοί να αρνηθούν τις υπηρεσίες τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το να την υπηρετεί κανείς σημαίνει να συμμετέχει στον πόλεμο, στον οποίο αποτελεί έναν κινητοποιήσιμο πόρο, αλλά και έναν στόχο. Τουλάχιστον έτσι πρέπει να μάθουμε να ερμηνεύουμε τη νέα φάση του παγκοσμιοποιημένου πολέμου: υπάρχει μια πρόθεση της εχθρικής τάξης που γίνεται κατανοητή μόνο από τη σκοπιά της ανταγωνιστικής τάξης. Και αυτή η σκοπιά μας λέει: ο πόλεμος διεξάγεται εναντίον «εμάς».

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ήμασταν μερικοί που είχαμε στο μυαλό μας την ταινία του Κουροσάβα, «Ζώντας στον φόβο», που γυρίστηκε μόλις δέκα χρόνια μετά τις βόμβες στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα, και η ανάμνηση αυτού του έργου επανήλθε με ένταση αυτό το καλοκαίρι. Η ταινία παρουσιάζει τον χαρακτήρα του Kiichi Nakajima, τον οποίο υποδύεται ο Toshiro Mifune, ο οποίος είναι κυριευμένος από την ιδέα της καταστροφής του κόσμου από τις πυρηνικές βόμβες. Κάνουν όλοι προσπάθεια να του υπενθυμίσουν ότι δεν πρέπει να φοβάται τον θάνατο, ότι είναι φυσιολογικό, ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται, ότι πρέπει απλώς να αποδεχτεί τη μοίρα όλων. Αλλά εκείνος εξηγεί ότι αυτό δεν είναι το πρόβλημα: «Όλοι πεθαίνουν· αλλά εγώ δεν θέλω να σκοτωθώ». Έχουμε τουλάχιστον ένα κοινό σημείο με αυτόν τον χαρακτήρα, καθώς είμαστε πλέον εκατομμύρια, ακόμη και στις προνομιούχες περιοχές μας, που έχουμε την πολύ σαφή αίσθηση ότι αργά ή γρήγορα θα πεθάνουμε από «θερμοπληξίες», από πυρετούς, από καπνούς πυρκαγιών – όπως οι μερικές χιλιάδες «επιπλέον» νεκροί που καταγράφηκαν τους τελευταίους μήνες μόνο σε αυτή τη χώρα, και τα δισεκατομμύρια όντα που κάηκαν στις δασικές πυρκαγιές, στα κλουβιά εκτροφής ή στους ωκεανούς· και αν όχι, θα είναι σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, σε πανδημίες, από έλλειψη περίθαλψης, από υπερβολική εξάντληση. Με άλλα λόγια, εμείς, όλα αυτά τα ασήμαντα όντα, πεθαίνουμε εξαιτίας των απολύτως σαφών επιλογών που έχουν γίνει από τους άνδρες της εξουσίας για να διατηρήσουν ως προτεραιότητα την ανάπτυξη με κάθε κόστος και τη λογική του ανταγωνισμού που αυτή συνεπάγεται – με άλλα λόγια, την οικονομικο-στρατιωτική ανάπτυξη, ή τον πολιτισμό του κεφαλαίου.

Αν η κλιματική αλλαγή και, γενικότερα, η οικολογική καταστροφή κατέχουν εδώ ιδιαίτερη θέση, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν αποτελούν μόνο τον κύριο λόγο για την απότομη επιτάχυνση των στρατιωτικών επιχειρήσεων· αποτελούν πλέον και το πιο αξιόπιστο μέσο διαχείρισης των πληθυσμών. Αν δεν γίνεται τίποτα πραγματικά ουσιαστικό για να αντιμετωπιστεί αυτή η καταστροφή, αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι κυβερνώντες είναι απορροφημένοι από άλλες προτεραιότητες (οικονομικο-στρατιωτικές, αναγκαστικά)· δεν είναι μόνο επειδή πρέπει να ικανοποιηθούν οι ηλίθιοι που δεν θέλουν να καταλάβουν τίποτα (τους οποίους εξακολουθεί να εκπροσωπεί εξίσου καλά η FNSEA)· είναι επειδή αποτελεί το μη στρατιωτικό μέσο που επιτρέπει την εγκαθίδρυση μιας λογικής πολέμου στην καθημερινή ζωή των πιο απλών ανθρώπων και την εδραίωσή της εκεί χωρίς προοπτική υπέρβασης. Από αυτή την άποψη, δεν ξεφεύγουμε από τη νεοφιλελεύθερη επιταγή της προσαρμογής που ανέλυσε η Barbara Stiegler [23], αλλά αυτή αποκτά νέα διάσταση όταν πρόκειται για την επιβολή παντού περιορισμών που αφορούν όχι μόνο την «ποιότητα ζωής», αλλά και την ίδια τη δυνατότητα της συνέχισής της.

Ο στόχος είναι να αναγκαστούν οι απλοί άνθρωποι να επωμιστούν, στο σώμα και στην ψυχή τους, τις συνέπειες της μείωσης των φυσικών πόρων – όπως ακριβώς αναγκάστηκαν να αναλάβουν, κατά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο, φυσικά εις βάρος τους, τη χρηματοδότηση μιας ανεξέλεγκτης αύξησης των εσόδων του κεφαλαίου. Και αυτό ακριβώς τη στιγμή που δεν είναι οι «τεχνικές» δυνατότητες που λείπουν (να περιθάλπουμε τους ανθρώπους, να αφήσουμε τα φυσικά περιβάλλοντα να αναγεννηθούν κ.λπ.), αλλά πρέπει να αποκρύπτονται ενεργά ως πιθανές λύσεις από τους ανθρώπους της εξουσίας.

Η τραγουδίστρια Ethel Cain προκάλεσε ένα μικρό σκάνδαλο όταν έγραψε τον Μάιο του 2024, με αφορμή την απόφαση – που συγκεκριμένα ελήφθη από την κυβέρνηση Μπάιντεν – να συνεισφέρει ένα δισεκατομμύριο δολάρια στον ισραηλινό πολεμικό αγώνα: «Οι δισεκατομμυριούχοι και οι πολιτικοί θα έπρεπε να κρεμαστούν στους δρόμους » [24]. Ωστόσο, δεν έκανε παρά να εξάγει τα λογικά συμπεράσματα από όλα όσα γνωρίζουμε πολύ καλά, από μια γνώση που γίνεται, ας πούμε, όλο και πιο οργανική. Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι ο πρόωρος θάνατος που μας υπόσχονται είναι μια δολοφονία που διαπράττεται από εκείνους που έχουν στα χέρια τους μια εξουσία πολύ πιο παραληρηματική από ό,τι μπορούν να χωρέσουν οι πολύ σοφοί μας παραληρηματισμοί, και που επιλέγουν να διατηρήσουν τη χρονική γραμμή που τους εξασφαλίζει την εξουσία ή, τουλάχιστον, μια αξιοζήλευτη θέση στο πλαίσιο της οικονομικο-στρατιωτικής ανάπτυξης. «Εμείς», λοιπόν, είμαστε πάνω απ’ όλα αυτά τα όντα που θα μπορούσαν να αρνηθούν αυτόν τον προγραμματισμένο θάνατο, τον δικό μας και αυτόν των οικείων μας, ανθρώπων ή μη.

Αλλά αυτή η γνώση, φυσικά, δεν αρκεί. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν πολλοί Kiichi Nakajima  που δεν ακούγονται, ειδικά αν δεν αρκούνται στο να δείξουν την καταστροφή που βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά προσθέτουν ότι αυτή η εξέλιξη δεν είναι, ακριβώς, αναπόφευκτη. Γιατί δεν έχουμε σχεδόν καθόλου χρόνο να ασχοληθούμε με την αλήθεια, ειδικά αν αυτή η αλήθεια δεν συνίσταται μόνο στην προαναγγελία της καταστροφής, αλλά και στην πιθανή ανατροπή που διαφαίνεται μέσα από αυτήν. Έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε από το να ακούμε αυτό που είναι υπερβολικά αληθινό – τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ σε αυτό το σημείο από την εποχή του Νίτσε. Ποτέ δεν έχουμε ακόμα αρκετά στοιχεία για να σπάσουμε τα δεσμά αυτού που μας απασχολεί. Γι’ αυτό το κύριο μέλημα των στελεχών του κεφαλαίου είναι να γενικεύσουν, να επιταχύνουν, να εντείνουν την απασχόληση. Και αν αυτό συμβαίνει, είναι επειδή αποτελεί την πιο τέλεια μορφή ελέγχου, ειδικά όταν η επιταγή της απασχόλησης έχει εσωτερικευτεί. Η απασχόληση δεν είναι μόνο η τέλεια μορφή κινητοποίησης για την οικονομικο-στρατιωτική ανάπτυξη· είναι επίσης η τέλεια μορφή άρνησης, επειδή δεν είναι καν απαραίτητο να αρνηθεί κανείς ρητά, αρκεί να έχει κάτι επείγον να κάνει. Πρόκειται για μια πρακτική άρνηση – όπως τα πάντα στον κόσμο του κεφαλαίου. Μια άρνηση που γνωρίζει τι αρνείται και που αναγνωρίζει τον εαυτό της ως άρνηση. Εκεί, όπως και αλλού, η παλιά συνείδηση, σχεδόν συμπαθητική από το πόσο έχει καταπατηθεί, δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Οι επιστήμονες που μας λένε ότι οι κυβερνώντες «δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει» τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής δεν μας κάνουν πλέον ούτε καν να γελάσουμε. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας έστω και λίγη σκέψη, ή απλώς ειλικρίνεια, γνωρίζουμε καλά ότι το πρόβλημα δεν είναι η συνειδητοποίηση, ούτε από την πλευρά των κυβερνώντων, ούτε από την πλευρά των απλών ανθρώπων.

7. ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

Σε μια σκηνή της ταινίας «Οι τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης» του Μινέλι, η δράση της οποίας εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα ζευγάρι χαρακτήρων περιπλανιέται στους κήπους των Βερσαλλιών. Η γυναίκα μιλάει για τα φύλλα των δέντρων το φθινόπωρο, που πεθαίνουν, αλλά πάντα ξαναβγαίνουν, και προσθέτει: «Φαντάσου τι καταστροφή θα ήταν αν μια μέρα δεν ξαναβγαίναν. Αυτό θα έκανε όλα τα υπόλοιπα εντελώς ασήμαντα». Κατά κάποιον τρόπο, οι παγκόσμιες δυνάμεις αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα: αυτό που δεν ήταν τυχαίο, αλλά ακολουθούσε το νήμα αυτής της αναγκαιότητας που λέγαμε φυσική, έχει πλέον γίνει τυχαίο. Η τάξη των καπιταλιστών δεν έχει πλέον ως αποστολή μόνο να παρουσιάζει ως «φυσικό» και επομένως απαραίτητο αυτό που είναι ριζικά συγκυριακό, δηλαδή την κυριαρχία της· έχει πλέον την ευθύνη να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι το ίδιο το φυσικό έχει καταστεί συγκυριακό. Στόχος της είναι να ελέγξει το μέλλον τη στιγμή που η ίδια η φυσική αναγκαιότητα απουσιάζει. Είναι να κάνει έτσι ώστε το μόνο δυνατό μέλλον να είναι το μέλλον του κεφαλαίου [25].

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κεφάλαιο επιδιώκει να καταστήσει το μέλλον αναγκαίο, την ίδια στιγμή που ο κόσμος δεν ήταν ποτέ (όσο φτάνει η μνήμη του ανθρώπου) τόσο απόλυτα απρόβλεπτος. Θέλει να επιβάλει την αναγκαιότητά του για να αποτρέψει αυτή την απρόβλεπτη φύση του κόσμου να συνδυαστεί με την απρόβλεπτη φύση της υποκειμενικότητας, η οποία δεν έχει παραιτηθεί από την ικανότητά της να οραματίζεται ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που φαίνεται προκαθορισμένο. Κατά μία έννοια, όλα αυτά είναι αλήθεια, αλλά δεν αρκούν. Δεν αρκεί να απορρίψουμε μια ψευδή αναγκαιότητα και να διεκδικήσουμε τα οντολογικά δικαιώματα της τυχαιότητας. Διότι η ίδια η τάξη των καπιταλιστών έχει στοιχηματίσει στην απρόβλεπτη φύση των πραγμάτων. Ο κόσμος στον οποίο εισερχόμαστε χαρακτηρίζεται από μια συστατική κλιματική, στρατιωτική και τεχνολογική απρόβλεπτη φύση, αλλά είναι ακριβώς αυτή η απρόβλεπτη φύση, που χρησιμοποιείται για να τον καταστήσει κυβερνήσιμο. Πρώτον, επειδή γεννά τον φόβο και, ως εκ τούτου, την ανάγκη για ασφάλεια· αλλά και επειδή επιφυλάσσει μόνο σε λίγους την εξουσία να έχουν ένα προβάδισμα έναντι των άλλων. Γι’ αυτό, αναμφίβολα, οι άνθρωποι της εξουσίας φαίνεται να μην μας φοβούνται πλέον. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν έχουν δίκιο – αν δεν υπάρχει κάποιος τύπος απρόβλεπτου που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τους εξυπηρετήσει και τον οποίο δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να αποτρέψουν, όπως η προαναφερθείσα πολιτική αστάθεια που εκδηλώνεται στην πράξη.

Το ερώτημα αυτό τίθεται λοιπόν ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει «όλα τα υπόλοιπα εντελώς ασήμαντα», και που λογικά θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο. Όμως, όπως είδαμε, δεν συμβαίνει αυτό, και οι Kiichi Nakajima που εξηγούν τη λογική του κόσμου και τις θανατηφόρες συνέπειές της δεν αρκούν για να καταστήσουν αυτή την αντίληψη πραγματικότητα. Ή μάλλον, αν με τον όρο «αντιλαμβάνομαι» εννοούμε το να είμαστε ενήμεροι, να έχουμε απλώς επίγνωση αυτής της κατάστασης, τότε ναι, όλοι το γνωρίζουν. Αν όμως με τον όρο «αντιλαμβάνομαι» εννοούμε μια διάθεση που υπερβαίνει αυτή την επίγνωση και την πρακτική άρνηση που τη συνοδεύει σαν σκιά της, μια διάθεση που φέρνει σε συντονισμό τα στοιχεία της σκέψης, του συναισθήματος και της δράσης, τότε η ορθή αντίληψη του γεγονότος του οποίου είμαστε σύγχρονοι απουσιάζει (είτε λόγω πρακτικής άρνησης, είτε λόγω υπερβολικής υποκειμενικότητας – αυτό που ονομάζουμε «οικολογικό άγχος»). Αυτόν τον συντονισμό, μπορούμε να τον ονομάσουμε «εμπειρία».

Σε ένα κείμενο που έγραψε λίγο πριν από το θάνατό του, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν επανέρχεται σε ένα θέμα που δεν έπαψε να επεξεργάζεται κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, δηλαδή αυτό της « σπανιοποίησης » (εξασθένησης) της εμπειρίας. Η εμπειρία δεν ταυτίζεται με το γεγονός να ζει κανείς κάτι, αλλά με τη δυνατότητα να μεταδώσει αυτού που βιώθηκε· και αυτή η μετάδοση προϋποθέτει ότι το εξωτερικό γεγονός μπόρεσε να αφομοιωθεί. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει ότι αυτό το γεγονός και η «εσωτερική» βίωσή του δεν έχουν παραμείνει σε μια σχέση εξωτερικότητας. Ωστόσο, είναι ακριβώς σε μια τέτοια σχέση εξωτερικότητας που μας κρατά η συσσώρευση πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, μια σχέση που μας εμποδίζει, επομένως, να βιώσουμε αυτό που μας συμβαίνει: «Τα γεγονότα της εσωτερικής μας ζωής δεν έχουν εκ φύσεως [έναν] αναπόφευκτα ιδιωτικό χαρακτήρα. Τον αποκτούν μόνο στο βαθμό που μειώνονται οι πιθανότητες να αφομοιωθούν τα εξωτερικά γεγονότα στην εμπειρία μας. Η εφημερίδα αποτελεί μία από τις πολλές ενδείξεις μιας τέτοιας μείωσης. Αν ο Τύπος είχε ως σκοπό να επιτρέψει στον αναγνώστη να ενσωματώσει στη δική του εμπειρία τις πληροφορίες που του παρέχει, θα είχε αποτύχει οικτρά. Όμως επιδιώκει, και επιτυγχάνει, ακριβώς το αντίθετο. Σκοπός του είναι να παρουσιάζει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούν να διεισδύσουν στον πεδίο όπου θα αφορούσαν την εμπειρία του αναγνώστη. Οι αρχές της δημοσιογραφικής ενημέρωσης (επικαιρότητα, συντομία, ακρίβεια και, κυρίως, απουσία οποιασδήποτε συσχέτισης μεταξύ των ειδήσεων που λαμβάνονται μεμονωμένα) συμβάλλουν σε αυτό το αποτέλεσμα, ακριβώς όπως η σελιδοποίηση και η δημοσιογραφική ορολογία» [26]. Το γεγονός ότι η εμπειρία γίνεται όλο και πιο σπάνια σημαίνει ότι σύντομα θα υπάρχει, από τη μία πλευρά, μόνο η αμετάδοτη βιωμένη εμπειρία και, από την άλλη, πληροφορίες για το τι συμβαίνει, οι οποίες δεν φαίνεται ποτέ να αφορούν άμεσα αυτή τη βιωμένη εμπειρία.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι αυτό της συνείδησης, αλλά αυτό της εμπειρίας. Κάτι φαίνεται να σβήνει στην ίδια τη σχέση μεταξύ του είναι μας και του περιβάλλοντος στο οποίο υπάρχει, τη στιγμή που αυτό το περιβάλλον χαρακτηρίζεται από μια μετατόπιση των όρων: η φύση γίνεται τυχαία, και τότε είναι η τυχαιότητα των πολιτικών αποφάσεων που πρέπει, περισσότερο από ποτέ, να επιβληθεί ως αναγκαιότητα. Γνωρίζουμε τη θανάσιμη μοίρα που μας επιφυλάσσεται έτσι : ο πόλεμος, η ασθένεια, η κατάκτηση· η οικολογική καταστροφή, η επιταχυνόμενη κλιματική αλλαγή, ο κυνισμός των πλουσίων. Αλλά το γνωρίζουμε όπως γνωρίζουμε ότι θα πεθάνουμε, δηλαδή χωρίς να το πιστεύουμε πραγματικά, ή ακριβέστερα χωρίς να καταφέρνουμε να το μετατρέψουμε σε μια αλήθεια που δεσμεύει τη ζωή μας.

Αν αυτό αλλάζει, είναι καταρχάς στο βαθμό που η διάσταση της δοκιμασίας, που βρίσκεται στην ίδια την καρδιά της έννοιας της εμπειρίας [27], παίρνει σήμερα τη μορφή της εισβολής, μέσω της οποίας το γεγονός δεν μπορεί πλέον να παραμείνει εξωτερικό σε σχέση με το βιωμένο – ας πούμε ότι ευνοεί έτσι την αντήχηση μεταξύ των στοιχείων της σκέψης, του συναισθήματος και της δράσης. Αυτή η δοκιμασία, βεβαίως σε διαφορετικούς βαθμούς, είναι πλέον αυτό που μοιραζόμαστε πιο συχνά. Έχει επιβληθεί, για παράδειγμα, σε όσους είδαν πάρα πολλά ανθρώπινα όντα να πεθαίνουν μέσα σε ένα καλοκαίρι – και που δεν θα το ξεχάσουν. Το καλοκαίρι, που έχει γίνει η δύσκολη εποχή, αυτή που θα πρέπει να περάσουμε όπως κάποτε ελπίζαμε να περάσουμε τον χειμώνα – αλλά θα γίνεται επίσης όλο και πιο περίπλοκο να περάσουμε τον χειμώνα. Η ευχάριστη ζωή απομακρύνεται ταυτόχρονα με την ασφάλεια των συνθηκών διαβίωσης, όπως το βιώνουμε ακόμη και στις προστατευμένες χώρες μας, και όπως το βιώνουν με πιο βίαιο τρόπο οι άνθρωποι που ζουν κοντά στους παγετώνες, ή εκείνων που εκτίθενται στους κυκλώνες του Ειρηνικού – σε αυτά τα μέρη όπου ίσως καλύτερα από οπουδήποτε αλλού θα μπορούσε να βιωθεί ο ορίζοντας αυτής της κοινότητας με τη φύση «που καμία υπερβατικότητα δεν διαταράσσει» [28].

Όμως η δοκιμασία από μόνη της δεν αρκεί· απλώς επιτρέπει την άσκηση πίεσης που οδηγεί σε μια προσωρινή αναστολή της κατοχής. Για να μην βασίζεται αυτή η αναστολή μόνο στην αντιμετώπιση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, για να διαρκέσει στο χρόνο και, κυρίως, για να αποκτήσει θετικό περιεχόμενο, χρειάζεται κάτι άλλο – ας πούμε μια νέα πολιτική φρενίτιδα, μια διάθεση που θα έβλεπε στην τρέχουσα εξέλιξη των πραγμάτων την ευκαιρία για έναν πλήρη επαναπροσδιορισμό του τι μπορεί να είναι η συμβίωση στη Γη, και που θα έκανε αυτή την ευκαιρία το πιο σημαντικό πράγμα για όλους και για τον καθένα ξεχωριστά.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο για τη φρίκη που βιώνουν οι κάτοικοι της Γάζας, μια συγγραφέας, η οποία άλλωστε είναι ιδιαίτερα αξιοσέβαστη, σχολιάζει ειρωνικά τον τρόπο με τον οποίο οι Δυτικοί ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή, αναφερόμενη στις επιπτώσεις της τελευταίας στο χρώμα των φτερών των πεταλούδων. Δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η ειρωνεία μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει κάτι άλλο πέρα από τη στρατηγική των εχθρών μας, οι οποίοι υπάρχουν μόνο επειδή ξέρουν να διατηρούν μέσα μας τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση ανάμεσα στο ποιοι είμαστε και στο τι μας συμβαίνει. Με αυτή την έννοια, θα μπορούσε το χρώμα των φτερών των πεταλούδων να είναι η πιο κατάλληλη εικόνα για αυτό που είναι το πιο σημαντικό – να είναι η ίδια η εικόνα της «σημασίας της σημασίας» [29]. Το χρώμα αυτού που φαίνεται να μην έχει σημασία, να μην αφορά πραγματικά τους ανθρώπους και τα συμφέροντά τους, ή ακόμα και αυτού που απλώς δεν γίνεται αντιληπτό, εκτός από μερικούς ειδικούς. Η εικόνα αυτού που είναι υπερβολικά εύθραυστο, και που ακόμη και οι καλύτερες προθέσεις μπορούν να καταστρέψουν, η εικόνα αυτού που είναι τόσο εύθραυστο που δεν μπορεί να προστατευθεί. Όμως, όπως είδαμε παραπάνω, οι πεταλούδες είναι επίσης αυτά τα μικρά πλάσματα που μερικές φορές προκαλούν τρομερούς τυφώνες.

Bernard Aspe

Δημοσιεύτηκε στο Lundi matin στις 8 Σεπτέμβρη 2026: https://lundi.am/La-cinquieme-guerre-mondiale-a-commence

Απόδοση στα ελληνικά: Ηρώ Σιαφλιάκη

——

[1] https://www.mondediplomatique.fr/1997/08/MARCOS/4902

[2] Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων [The Age of extremes], Abacus, 1995, σ. 22 και 29.

[3] Βλέπε επί του προκειμένου τη σύνθεση που προτείνει η ομάδα Grothendieck στο κείμενο «Καλώς ήρθατε στον τεχνοπόλεμο» [Bienvenue dans la technoguerre], lundi matin τ. 517.

[4Mario Tronti, Η πολιτική στο λυκόφως [La Politique au crépuscule], L’Éclat, σ. 86

[5Qiao Liang et Wang Xiangsui, Ο πόλεμος εκτός ορίων [La guerre hors limites], Rivages, 2003, σ. 89. Ας σημειωθεί ότι οι συγγραφείς υπογράμμιζαν επίσης τη σημασία της πληροφορικής σε αυτούς τους νέους πολέμους, υπό την έννοια ότι δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική που προστίθεται στις άλλες, αλλά έναν συνδετικό κρίκο που ενισχύει όσες ήδη υπάρχουν (σ. 36).

[6« Μείζων στρατηγικός ανασχηματισμός στην Εγγύς Ανατολή (Recomposition stratégique majeure au Proche-Orient ) », Le Monde diplomatique, Σεπτέμβριος 2026, σ. 4-5.

[7Déborah Brosteaux, Οι πολεμικές επιθυμίες της νεωτερικότητας [Les Désirs guerriers de la modernité], Seuil, 2025, σ. 25 κ.εξ.

[8] Le Monde της 30ής Απριλίου 2026: https://www.lemonde.fr/international/article/2026/04/30/avecoriondanslesplainesdechampagnelarmeefrancaiseacheveunexerciceduneampleurjamaisvuedepuislaguerrefroide_6684580_3210.html

[9] https://legrandcontinent.eu/fr/2026/04/28/lavitessematricenouvellepuissance/. Αυτό το κείμενο θα άξιζε έναν σχολιασμό γραμμή προς γραμμή. (Επίσης: https://legrandcontinent.eu/fr/2025/08/18/desdronesoudeshommesleproblemedelinfanteriedanslaguerrecontemporaine).

[10] Συνέντευξη με την Isabelle Sommier: https://www.lemonde.fr/idees/article/2026/02/19/isabellesommiersociologuelesviolencespolitiquesconnaissentuneaugmentationsignificativeavecundoublementdesagressionsdepuisdixans_6667345_3232.html

[11] https://legrandcontinent.eu/fr/2026/07/01/effetdominoenameriquelatine-7-presidentsprochesoualignessurtrumponteteelusdepuis-2025/

* Την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026, η Εθνοσυνέλευση τηρεί ενός λεπτού σιγή προς τιμήν ενός νεοναζί, του Quentin Deranque. Πρόκειται για κάτι που δεν έχει ξαναγίνει από την εποχή του καθεστώτος του Βισύ. Αυτή η τιμητική πράξη πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος του ακροδεξιού πολιτικού Ερίκ Σιοτί, αλλά εγκρίθηκε από όλες τις κοινοβουλευτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της αριστεράς, με εξαίρεση την ομάδα LIOT.

Θυμίζουμε ότι στις 12 Φεβρουαρίου η «Νέμεσις», ομάδα εθνικιστριών που χρησιμοποιεί τον φεμινισμό ως μέσο για να επιτεθεί στους αλλοδαπούς, εμφανίστηκαν μπροστά από μια διάλεξη για τη Γάζα της Rima Hassan στη Λυών με ένα προσβλητικό πανό, συνοδευόμενες, σύμφωνα με τις δικές τους ομολογίες, από «15 φίλους» για να τις προστατεύσουν. Ανάμεσα στους τελευταίους, ο Quentin Deranque σκοτώθηκε στην ενέδρα που έστησε μαζί με τους νεοναζιστές συντρόφους του. Τα ΜΜΕ τις επόμενες μέρες αναπαράγουν την εκδοχή της ακροδεξιάς: ο Quentin, ο 23χρονος νεαρός καθολικός χωρίς ιστορικό βίας, φέρεται να δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τους «αντιφασίστες». Ο Deranque, αποδείχτηκε βίαιος ακτιβιστής, μέλος της «Action Française», μιας από τις σημαντικότερες και παλαιότερες ομάδες της γαλλικής ακροδεξιάς, η οποία έχει αναδείξει γενιές φασιστών, ρατσιστών και αντισημιτών – μιας πολιτοφυλακής με την οποία ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης Gerard Darmanin είχε στενές σχέσεις. https://contre-attaque.net/2026/02/16/revelations-de-nouvelles-images-et-un-temoignage-revelent-quune-embuscade-a-bien-ete-tendue-le-12-fevrier-par-des-fascistes-lyonnais/

** Η Jeune Garde Antifasciste (Αντιφασιστική Νέα Φρουρά), γνωστή ως Jeune Garde, είναι μια γαλλική ακροαριστερή αντιφασιστική οργάνωση. Δημιουργήθηκε το 2018 στην Λυών (όπου δραστηριοποιούνται πολλοί ακροδεξιοί) με σκοπό την «λαϊκή αυτοάμυνα» απέναντι σε εθνικιστικές, ταυτοτικές και νεοναζιστικές ομάδες. Εστιάζει στην προστασία των κοινωνικών κινημάτων και των μειονοτήτων στους δρόμους. Βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο των γαλλικών αρχών και τον Απρίλιο του 2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας της Γαλλίας (Conseil d‘État) απέρριψε την έφεση της οργάνωσης, επικυρώνοντας οριστικά την απαγόρευση και τη διάλυσή της.

[12Johann Chapoutot, Fascisme, nazisme et régimes autoritaires en Europe (Φασισμός, ναζισμός και αυταρχικά καθεστώτα στην Ευρώπη), Puf, 2013. Το βιβλίο του Ο νόμος του αίματος [La Loi du sang] (Gallimard, 2014) δείχνει ότι ο ναζισμός δεν προέκυψε ex nihilo (εκ του μηδενός) από την ιστορία, αλλά ότι έχει βαθιές ρίζες στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα.

[13] Michel Foucault, Naissance de la biopolitique (Η γέννηση της βιοπολιτικής), SeuilGallimard, 2004, p. 68-69 ; Sécurité, territoire, population (Ασφάλεια, επικράτεια, πληθυσμός), SeuilGallimard, 2004, p. 110-112.

[14Grégoire Chamayou, La Société ingouvernable (Η ακυβέρνητη κοινωνία), La Fabrique, 2018, p. 203 sq.

[15Jacques Rancière, La Mésentente (Η διαφωνία), Galilée, 1995.

[16« De la guerre en Amérique (Περί του πολέμου στην Αμερική) », συνέντευξη με την Catherine Hass στον ιστότοπο Lundimatin, 1 Ιουνίου 2026.

[17Κείμενο που παρατίθεται από τον John Holloway στο Σκεπτόμενοι την ελπίδα σε καιρούς απελπισίας[Penser l’espoir en des temps désespérés], εκδόσεις Libertalia, 2025, σ. 414.

[18] Μπορεί κανείς να ανατρέξει κυρίως στο κλασικό έργο της Pascale Molinier, Τα ψυχικά διακυβεύματα της εργασίας [Les Enjeux psychiques du travail], Payot, 2008. Και πιο πρόσφατα στο έργο του Yves Clot, Ηθική και συλλογική εργασία thique et travail collectif], Érès, 2020.

[19] Μπορεί κανείς να διαβάσει τη σειρά άρθρων: «Οι γκουρού της τεχνολογίας πολλαπλασιάζουν τις προτάσεις για ένα New Deal προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι καταστροφικές συνέπειες της ΤΝ», Le Monde, 10 Μαΐου 2026. «Με την παραγωγική ΤΝ, ο άνθρωπος σφυρηλάτησε ένα πλάσμα που τον πιθηκίζει σε ό,τι αποτελεί την ίδια του την ουσία: την ικανότητα να σκέφτεται, να δημιουργεί, να αποφασίζει», Le Monde, 14 Μαΐου 2026. Και «Το καθολικό εισόδημα, μια ιδέα ουτοπική και φιλελεύθερη που επιστρέφει δυναμικά στη Silicon Valley», Le Monde, 7 Ιουνίου 2026.

[20] Ivan Bouchardeau, Ψυχικές καταστάσεις. Κυβερνητική και τεχνικές διακυβέρνησης tats desprit. Cybernétique et techniques de gouvernement], Champ Vallon, 2026. Frédéric Neyrat, Τραυμαχανή. Τεχνητή νοημοσύνη και τεχνο-φασισμός[Traumachine. Intelligence artificielle et techno-fascisme], MF, 2025. Για μια γόνιμη σύλληψη του μηχανικού στοιχείου, μπορεί κανείς να σκεφτεί κυρίως τις «επιθυμούσες μηχανές» των DeleuzeGuattari στο Ο Αντι-Οιδίποδας [LAntidipe] (Minuit, 1972).

[21Jason W. Moore, Ο καπιταλισμός στον ιστό της ζωής [Le capitalisme dans la toile de la vie], L’Asymétrie, 2020.

[22Balise ouvrante, Conjurations: approches du noopouvoir /Συνωμοσίες: προσεγγίσεις της νοοεξουσίας εκδόσεις La Grange Batelière, 2024, σ. 240. Η συλλογικότητα Balise ouvrante αναλύει τον αντίκτυπο της σύγχρονης τεχνολογίας στο πνεύμα και την ελευθερία μας. Όπως αναφέρει, ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν παράγει απλώς εμπορεύματα, αλλά κερδοφορεί πάνω στην ίδια την ψυχολογική και υπαρξιακή κρίση των ατόμων (άγχος, ανασφάλεια, burnout).

Στόχος της είναι α σκεφτούμε μαζί την ψηφιακή μας εξάρτηση, την αιχμαλωσία της προσοχής μας και τη μοναξιά της συνδεδεμένης κοινωνίας, ώστε να βρούμε τις λέξεις για να δράσουμε. Να αναζητήσουμε μια κοινή γλώσσα για να κατανοήσουμε αυτό που μας συμβαίνει, αντί να υπομένουμε την επιρροή των τεχνολογιών απομονωμένοι. Νοοεξουσία Είναι η εξουσία που ασκείται στη σκέψη και το πνεύμα από τις συνδεδεμένες τεχνολογίες. Αυτή η εξουσία δεν ελέγχει μόνο το εξωτερικό περιβάλλον. Επιδρά άμεσα στις αντιλήψεις μας, στις πράξεις μας και στον τρόπο που σκεφτόμαστε. Προκαλεί κόπωση, υποβάθμιση της ποιότητας του λόγου και μια αίσθηση γενικευμένης αποχαύνωσης μπροστά στις οθόνες και τα δίκτυα.

[23Barbara Stiegler, «Πρέπει να προσαρμοστούμε» [Il faut s’adapter], Gallimard, 2019..

[24https://eu.tallahassee.com/story/news/2024/05/16/ethel-cain-florida-tallahassee-joe-biden-israel/73712172007/

[25] Οι αναλύσεις που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση είναι πολυάριθμες σήμερα, αλλά παραπέμπω εδώ πρωτίστως στα έργα του Benjamin Gizard (Οι πόλεμοι του χρόνου [Les Guerres du temps], υπό έκδοση στις αρχές του 2027) και του Frédéric Neyrat (Αντι-μέλλον [Contrefutur], https://aoc.media/opinion/2026/01/07/contrefutur/). Τους ευχαριστώ παρεμπιπτόντως για τις συζητήσεις που τροφοδότησαν τη συγγραφή αυτού του κειμένου.

[26] Walter Benjamin, «Πάνω σε ορισμένα μπωντλαιρικά θέματα», στο Charles Baudelaire, Payot, 1979, σ. 153-154.

[27] Philippe Lacoue-Labarthe, Η ποίηση ως εμπειρία [La Poésie comme expérience], Christian Bourgois, 1997, σ. 30-31.`

[28] W. G. Sebald, Διαμονές στην ύπαιθρο [Séjours à la campagne], Actes Sud, 2005, σ. 111, σχετικά με τα γραπτά του Gottfried Keller.

[29] Stanley Cavell, Αναζητώντας την ευτυχία [À la recherche du bonheur], Vrin, 2017, σ. 195-229.

Μοιραστείτε το άρθρο